Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Δημήτρης Χριστόπουλος | Αντιακροδεξιά στρατηγική και αντιφασιστικό μέτωπο

Ομιλία του Δημήτρη Χριστόπουλου*

ΑΠΕΝΑΝΤΙ στην πολιτική αναγέννηση του νεοναζισμού, προς υπεράσπιση δεν είναι απλώς οι μετανάστες, αλλά η δημοκρατία, η ίδια η πολιτική κοινότητα. Το ζητούμενο σήμερα για μια Αριστερά ενός πλειοψηφικού εθνικού ακροατηρίου είναι η συμβολή στη συγκρότηση μιας πλατιάς αντιφασιστικής συμμαχίας. Αλλιώς, μίζερα, θα πρέπει να αναμετριόμαστε διαρκώς με θεωρίες για την «ανομία» και τα «άκρα». Εδώ όμως έχουμε τέσσερα προβλήματα τα οποία θα προσπαθήσω να θέσω με συνοπτικό τρόπο, όχι για αναιρέσω τη λογική του μετώπου, αλλά για να την ενισχύσω: 1) την καθοριστική τομή που επέφερε στον ελληνικό πολιτικό κόσμο το Μνημόνιο, 2) τη «θεωρία των άκρων», 3) την ηθική ανυποληψία του ελληνικού αστικού κόσμου, 4) την αγοραία αντιμνημονιακή ρητορεία εναντίον της υποτέλειας και της κλεπτοκρατίας.

Η τομή του Μνημονίου

1. Το Μνημόνιο επέφερε ή ενέτεινε μια βαθιά διαίρεση στην ελληνική κοινωνία, τόσο στο επίπεδο της υλικής της υπόστασης όσο, κυρίως, σε αυτό της ιδεολογικής της αναπαράστασης. Ένθεν και ένθεν. Εδώ χρειάζεται ψυχραιμία και δεξιοτεχνία, διότι ένα αντιφασιστικό μέτωπο προϋποθέτει συμμαχίες μεταξύ αντιπάλων στην κατεξοχήν τομή της ελληνικής πολιτικής τα τελευταία χρόνια. Κι αυτό δεν είναι εύκολο. Για να επέλθει αυτή η συμμαχία πρέπει να συμφωνήσουμε, και η μια και η άλλη πλευρά, σε ένα θέμα: στην ανάδειξη της αντιμετώπισης του νεοναζισμού σε αυτοτελές πολιτικό διακύβευμα, μη υποκείμενο σε συμψηφισμούς εξαιτίας της βαρύτατης πολιτειακής και γενικότερης απαξίας που έχει ως τέτοιο. Εδώ ελλοχεύει ο κίνδυνος μιας υπέρμετρης ηθικοποίησης και αισθητικοποίησης του πολιτικού λόγου καθώς η ως τώρα εμπειρία απομόνωσης του ναζισμού, κυρίως στη Γερμανία και την Αυστρία, κατέστη εφικτή διά της αναγωγής της ιδεολογίας αυτής στο απόλυτο κακό με όρους σχεδόν μεταφυσικούς και με υπολογίσιμο κόστος στον τομέα των εγγυήσεων και των δικαιωμάτων, καθώς η ποινικοποίηση του λόγου των εν λόγω κομμάτων προτάχθηκε ως συνταγματική επιταγή. Αν όμως στην περίπτωση των παραπάνω κρατών, λόγω ιστορίας και πολιτικής κουλτούρας, αυτό κατέστη εφικτό, δεν είμαι διόλου βέβαιος ότι μπορεί να συμβεί και στην Ελλάδα. Την ίδια στιγμή δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι η ποινικοποίηση της άρνησης του Ολοκαυτώματος στα καθ’ ημάς δεν θα ολισθήσει στην ποινικοποίηση της άρνησης της γενοκτονίας των Ποντίων. Φυσικά, αυτό δεν αιτιολογεί ότι το ελληνικό κράτος κοιμάται όταν η Χρυσή Αυγή δέρνει. Εδώ, χρειάζεται οι θεσμοί να δουλέψουν και ο καθείς να βρεθεί ενώπιον της δικαιοσύνης για τις πράξεις του. Χρειάζεται, εν ολίγοις, να ξηλώσουμε τις νησίδες παραεξουσίας που έχουν φωλιάσει στους διωκτικούς μηχανισμούς και τα σώματα Ασφαλείας.

Η «θεωρία των άκρων»

2. Για να μπορέσουμε όμως να συμφωνήσουμε ότι η νεοναζιστική αναγέννηση είναι όντως μη συμψηφίσιμο πολιτικό μέγεθος πρέπει να απαλλαγούμε από τη «θεωρία των άκρων» που με ολέθριο τρόπο φαίνεται να κυριεύει τον mainstream πολιτικό λόγο ενάντια στον νεοναζισμό. Η θεωρία αυτή, κατά την άποψή μου, είναι εγκληματική ως προς τις συνέπειές της –δεν με ενδιαφέρει η έμπνευσή της–, καθώς όχι απλώς εξομοιώνει ανόμοια μεγέθη, αλλά διότι κατακερματίζει τη μοναδική πιθανότητα συγκρότησης ενός πλατύ αντιφασιστικού μετώπου. Και το κάνει αυτό μέσω της ταύτισης της Αριστεράς με την ακροδεξιά ή, ακόμη πιο γκροτέσκα, μέσω της θεώρησης της Αριστεράς ως υπεύθυνης για την άνοδο της Ακροδεξιάς, όπως είπε ο πολιτικός νους Σαχινίδης προ ημερών στη Βουλή, ακολουθώντας –χωρίς ίσως να το γνωρίζει– τη γραμμή όλων των «αναθεωρητών» της ελληνικής πολιτικής Ιστορίας: για τον Εμφύλιο φταίει το ΚΚΕ, για τη χούντα ο Ανδρέας Παπανδρέου κ.ο.κ.

Η «θεωρία των άκρων», ωστόσο, δεν είναι απλώς ανόητη. Έχει μια βάση. Και η κυνική της βάση είναι, δυστυχώς, ότι ο μοναδικός χώρος που ιστορικά έχει διαμορφωθεί ως πόλος πολιτικοϊδεολογικής ανάσχεσης της Ακροδεξιάς ήταν, είναι –και μάλλον θα είναι– η Αριστερά: ούτε το Κέντρο ούτε η Δεξιά. Αυτό είναι το βασικό πρόβλημα που υπάρχει τούτη τη στιγμή στη Δεξιά. Και εδώ πρέπει λιγάκι να τους καταλάβουμε. Διότι η Ιστορία δείχνει ότι μόνο μια ισχυρή Αριστερά μπορεί να αναχαιτίσει την Ακροδεξιά. Και έχω την εντύπωση ότι αυτό το γνωρίζει η Δεξιά καλά. Για τον λόγο αυτό, στοιχήθηκε πίσω, δίπλα ή μπροστά από την Ακροδεξιά κάθε φορά που τέθηκε ζήτημα αριστερής εξουσίας, στην Ελλάδα και όχι μόνο. Άρα, πώς θα πειστεί να μετάσχει σε ένα τέτοιο μέτωπο στο οποίο γνωρίζει ότι, ευθύς εξαρχής, στρατηγικά, υπονομεύει το πολιτικό της εκτόπισμα;

Αυτό, κατά την άποψή μου, είναι και το δυσκολότερο ζήτημα: να πειστεί τμήμα των συντηρητικών κοινοβουλευτικών δυνάμεων ότι η συμμετοχή τους σε ένα πλατύ αντιφασιστικό μέτωπο δεν θα τις υπονομεύσει. Ή, ειλικρινέστερα, θα τις υπονομεύσει λιγότερο από ό,τι η ίδια η Ακροδεξιά, καθώς θα συμβάλλει στην αυτοσυντήρησή τους ορθώνοντας ανάχωμα στον εκφασισμό τους. Η μόνη απάντηση που μπορεί να δοθεί εδώ είναι πως η όλη αυτή πολιτική διεργασία έχει τα ρίσκα της, καθώς θέτει την Αριστερά σε τροχιά εξουσίας, από την άλλη όμως δίνει στην κοινοβουλευτική Δεξιά και το Κέντρο την ελπίδα ότι μπορούν με συντεταγμένο τρόπο να εκφέρουν τις διαφωνίες τους με την Αριστερά. Μέσα σε ένα πολιτειακό περιβάλλον κοινοβουλευτικής δημοκρατίας μπορούν να διεκδικούν ό,τι και ο πολιτικός αντίπαλος, δηλαδή την εξουσία, εφόσον θελήσει ο λαός. Το ίδιο και για την Αριστερά. Με λίγα λόγια, συζητάω για το πολίτευμα που θέλουν να καταργήσουν οι νεοναζιστές. Άρα, η Αριστερά βρίσκεται πάλι σε ρόλο θεματοφύλακα της δημοκρατίας, της κυβέρνησης που μας διαιρεί λιγότερο όπως έλεγε ο συντηρητικός Θιέρσος στην επανάσταση του 1848. Εδώ και πολλούς αιώνες, γνωρίζουμε πως οι διαιρέσεις στις ταξικές κοινωνίες είναι αναπόφευκτες. Εδώ και καμιά εικοσαριά χρόνια η σοσιαλδημοκρατία βάλθηκε να πείσει, κι εμάς και τον εαυτό της, ότι αυτά είναι ξεπερασμένα. Δεν πειράζει, ας το ξανασκεφτούνε, έστω και λόγω του νεοναζιστικού σκιάχτρου.

Η ηθική ανυπολοψία του ελληνικού αστικού κόσμου

3. Το τρίτο πρόβλημα για τη συγκρότηση αντιφασιστικού μετώπου δεν είναι το αν «μας θέλουν», αλλά το αντίστροφο: αν «τους θέλουμε εμείς». Και ποιους θέλουμε. Διότι, όπως όλοι ξέρουμε, είναι τέτοια η ανυποληψία στην οποία έχει βυθιστεί ο ελληνικός αστικός κόσμος εξαιτίας των Μνημονίων (και όχι μόνο, καθώς εδώ και πολλά χρόνια έχει πάψει να αποτελεί αντικείμενο λατρείας), όπου πλέον πρέπει να σκεφτόμαστε σοβαρά μήπως η σύμπραξη με τμήματά του, αντί να διαμορφώσουν συνθήκες μιας αντιφασιστικής ιδεολογικής ηγεμονίας, μας συμπαρασύρουν στην απαξίωση. Πρόκειται για εξαιρετικά κρίσιμο ζήτημα, διότι καθιστά ορατό τον κίνδυνο της απομόνωσης και του κλασικού σεχταρισμού από τον οποίον τόσο έχουμε υποφέρει. Κατά την άποψή μου, η απομόνωση είναι επιλογή ήττας. Είναι, βέβαια, η ευκολότερη επιλογή. Και πιο ευχάριστη: πόσο πιο ωραίο και άνετο είναι να συνομιλεί με πολιτικούς συγγενείς… Όμως οι καιροί είναι δύσκολοι, και οι εύκολοι δρόμοι δεν ενδείκνυνται. Πρέπει ad hoc να διαλέγουμε τακτικές συμμαχίες, να θέτουμε όρους που δημιουργούν προϋποθέσεις ιδεολογικής ηγεμονίας, ακόμη και αν δεν καταφέρνουμε να τους εκπληρώσουμε, και φυσικά να προσπαθούμε να θέτουμε ενώπιον των ευθυνών του το τμήμα εκείνο του πολιτικού κόσμου αλλά και των media που κατά καιρούς, στο όνομα των ευτελέστερων πολιτικών σκοπιμοτήτων, όχι απλώς έχουν κλείσει το μάτι στην Ακροδεξιά αλλά έχουν αποενοχοποιήσει τον πυρήνα της πολιτικής της κουλτούρας, κάνοντάς μας να διερωτόμαστε ποιος είναι τι σε αυτό τον τόπο. Δυστυχώς, σε αυτή την κατηγορία πολιτικών ανήκει και ο έλληνας πρωθυπουργός, παρά την οργιώδη προσπάθεια ακόμη και κάποιων παλιών πολιτικών του αντιπάλων να τον ξεπλύνουν και να μας τον παρουσιάζουν το 2012 ως το μοναδικό «άλογο» που τραβάει στη νεοφιλελεύθερη ανηφόρα. (Όπως το 2010 ακόμη τον Παπανδρέου, το 2011 τον Παπαδήμο κλπ… Αυτών δηλαδή των «ικανών διαπραγματευτών», των «ανθρώπων που καταλαβαίνουν και τους καταλαβαίνουν έξω», των οποίων την υστεροφημία αδυσώπητα αλέθει ακόμη ο μύλος της Ιστορίας).

Η αγοραία αντιμνημονιακή ρητορεία

4. Έρχομαι στο τέταρτο και τελευταίο σημείο, που αφορά κατεξοχήν τα καθ’ ημάς. Η άτακτη υπόκλιση της Αριστεράς στην ευκολοχώνευτη αγοραία ρητορική εναντίον της κλεπτοκρατίας είναι κάτι παραπάνω από εμπόδιο στη συγκρότηση ενός αντιφασιστικού μετώπου: αποτελεί δραστικό αντιπερισπασμό της κυρίαρχης ιδεολογίας στα κοινωνικά μετόπισθεν του αριστερού χώρου, και μάλιστα με την πιο επιθετική μορφή της. Το κυνήγι των σκανδάλων, της διαφθοράς και η πομπώδης ανάδειξη της σαπίλας του ελληνικού αστισμού αποδίδουν πρόσκαιρα μόνο πολιτικά οφέλη διότι, από μόνη της, τη σχετική ρητορική εύκολα μπορούν να την οικειοποιηθούν όλοι οι πολιτικοί χώροι, με πρώτον και καλύτερο την Ακροδεξιά. Η Ακροδεξιά ανέκαθεν στοχεύει στην εξάρθρωση της ευτελισμένης, «εκφυλισμένης» κυβερνώσας ελίτ, βρίσκοντας άφθονη πρώτη ύλη στα κακώς κείμενά της. Το φαινόμενο «Τζοχατζόπουλος» μπορεί να βοηθάει δημοσκοπικά (και) την Αριστερά, όσο όμως η τελευταία δεν δουλεύει πολιτικά για να το θέσει στο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο που του αρμόζει, αναζητώντας ταυτόχρονα μηχανισμούς λογοδοσίας και συντεταγμένης παύσης της ατιμωρησίας, τότε το ίδιο αυτό φαινόμενο οπλίζει με πολύ αποτελεσματικό τρόπο το χέρι του αντιπάλου.

Το ίδιο ισχύει και για τη ρητορική εναντίον της εθνικής υποτέλειας. Ασφαλώς, δεν χρειάζεται να είναι κανείς εθνικιστής ή ευρωσκεπτικιστής για να ενοχλείται με το γεγονός πως οι υποδείξεις της Καγκελαρίου είναι ισχυρότερες του ελληνικού Συντάγματος. Όντως, με τα προηγούμενα αγανακτούν ακόμη και οι πιο ένθερμοι απολογητές του μνημονιακού νεοφιλελευθερισμού. Ωστόσο, εδώ είναι η παγίδα. Διότι ο αυθεντικότερος αυτόκλητος εκφραστής της εθνικιστικής ιδεολογίας δεν μπορεί να είναι η Αριστερά και τούτο παρά το γεγονός ότι η ελληνική Αριστερά ανέκαθεν, στους μακρούς καιρούς της ιδεολογικής της ξηρασίας, είχε –και εν πολλοίς ακόμη έχει– προμετωπίδα την εθνική ρητορεία. Η παρούσα συγκυρία της απαξίωσης των εθνικών δημοκρατικών θεσμών διακυβέρνησης δυσκολεύει ακόμα περισσότερο το κλείσιμο τέτοιων λογαριασμών. Το κλισέ της «εθνικής υποτέλειας» είναι το κατεξοχήν πρόσφορο όπλο στη φαρέτρα της ακροδεξιάς αντιμνημονιακής ρητορείας και για τον λόγο τούτο η χρήση του, όσο και αν αποτελεί εύκολη διέξοδος, συνιστά ιδεολογική υποταγή και, μακροσκοπικά, ενίσχυση του εχθρού. Φυσικά, δεν εννοώ ότι πρέπει να αφήσουμε στην ακροδεξιά αντιμνημονιακή ρητορεία τον λόγο περί έθνους και σκανδάλων. Αυτό που υποστηρίζω είναι ότι αν δεν γίνουν σοβαρές επεξεργασίες που (ενδεχομένως να μη φέρουν άμεσα αποτελέσματα άμεσα, αλλά) στρατηγικά συμβάλλουν στη σφυρηλάτηση ενός αριστερού συλλογικού υποκειμένου, τότε παίζουμε εκτός έδρας και μάλλον θα χάσουμε.

Η διακύβευση της μνημονιακής συγκυρίας, δεν είναι γενικά και αφηρημένα ούτε η υποτέλεια ούτε το έθνος. Αυτό το φωνάζει πειστικά ο Καμμένος και οι Χρυσαυγίτες. Είναι η αποδιάρθρωση της εργασίας και ο εκφυλισμός του πολιτεύματος. Ο κατακερματισμός της κοινωνίας και της δημοκρατίας. Τα κατεξοχήν ζητήματά μας. Αυτά δηλαδή που δεν μπορούμε να αφήσουμε στον αντίπαλο που προελαύνει.

*O Δημήτρης Χριστόπουλος διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και είναι μέλος του συντονιστικού της Πρωτοβουλίας για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας. Toκείμενο βασίζεται στην ομιλία του στην εκδήλωση για τον αντιφασισμό που οργάνωσαν τα «Ενθέματα» και το περιοδικό  Unfollow, στις 19.9.2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου