Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Η συνομωσία των προστίμων κατά της Ελλάδας



ΣΤΟ πλαίσιο του ευρύτερου κοινωνικού σχολιασμού εεντάσσεται και η άποψη που βρέθηκα να συζητάω πρόσφατα, σχετικά με την καταδίκη της χώρας από θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και άλλα συναφή διεθνή θεσμικά όργανα και φορείς. Ορισμένως, οι συνομιλητές μου θεώρησαν άδικη την επιβολή προστίμων προς το Ελληνικό Κράτος, πρόστιμα που στο τέλος της ημέρας θα βρεθεί να πληρώνει ο έλληνας φορολογούμενος, και μάλιστα μεσούσης κρίσης. 

Η προφανής -κατά την γνώμη μου- απαντηση, αφορά στο σκεπτικό της λειτουργίας των προστίμων που επιβάλλονται προς κράτη. Αν ήθελα να το θέσω με απλά λόγια, η επιβολή ενός προστίμου φωτίζει μία παράνομη συμπεριφορά ενός δημοκρατικού (κατά την ετικέτα, ή/και κατά την ουσία) κράτους, οπότε οι πολίτες του θα αντιδράσουν για την επαναφορά στον ορθό δρόμο είτε στο πλαίσιο του γενικότερου αιτήματος για κράτος Δικαίου, είτε επειδή θα θεωρήσουν ότι οι αστοχίες χειρισμών της κυβέρνησης τους οδήγησαν να πληρώνουν ως φορολογούμενοι τα σπασμένα. Στην Ελλάδα όμως, η οποία κατοικείται κατά το μάλλον από έλληνες πελάτες και όχι από έλληνες πολίτες, αυτοί δεν τα βάζουν με την "ασθένεια" (δηλαδή το άδικο που διαπράχθηκε, διαπιστώθηκε και διώκεται), αλλά με την διάγνωση, και βεβαίως, ούτε λόγος να προσβλέπουν σε θεραπεία. Διότι η "αρρώστια", δεν υπάρχει από την στιγμή που δεν διαπιστώνεται, και, κατά συνέπεια, δεν θέλουμε να διαπιστωθεί, ούτε λόγος για την αντιμετώπιση της.

Πέρα από την συζήτηση με τους φίλους μου που μετέφερα για να σχολιάσω εδώ, θεωρώ χρήσιμο να διαβάσετε την είδηση. Σε αυτή θα διακρίνεται με σαφήνεια καταγγελτικές συμπεριφορές που δεν συνάδουν με το επίπεδο πολιτισμού που προβάλλουμε ότι έχουμε, ούτε με την κοινωνική συνοχή που ακούμε συχνά ότι προσβάλλεται από τον τρόπο που λειτουργούν οι θεσμοί, διότι, κατά τα άλλα, σφύζουμε εξ αυτής! 

Το τελευταίο περιστατικό, αυτό που στάθηκε αφορμή για την συζήτηση, είναι η σημερινή είδηση ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καταδίκασε την Ελλάδα, για το γεγονός ότι η ελληνική Δικαιοσύνη αποδέχθηκε ως νόμιμη την απόλυση γυναίκας που ήταν φορέας του AIDS.  Ο εργοδότης της Ι.Β. την είχε απολύσει ύστερα από πιέσεις που δέχθηκε από συναδέλφους της, προκειμένου να διασφαλίσει την αρμονική συνεργασία μεταξύ των υπαλλήλων του και την ομαλή λειτουργία της επιχείρησής του, σκεπτικό το οποίο έγινε αποδεκτό στο Εφετείο και επικυρώθηκε από τον Άρειο Πάγο.  Εκδικάζοντας την προσφυγή της Ι. Β., η οποία απολύθηκε έπειτα από την αποκάλυψή της ότι ήταν φορέας του AIDS, το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, έκρινε ότι η εν λόγω πράξη, που έγινε αποδεκτή, ως νόμιμη, από την ελληνική Δικαιοσύνη, ήταν αντίθετη προς τη Σύμβαση Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και καταδίκασε την Ελλάδα, τόσο για παράβαση των διατάξεων που απαγορεύουν τις διακρίσεις, όσο και για παραβίαση του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής.  Υποχρέωσε δε την Ελλάδα να καταβάλει στη δικαιωθείσα, συνολική αποζημίωση 14.340 ευρώ για ηθική και υλική βλάβη.  Το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσφεύγουσα υπήρξε θύμα διάκρισης εξαιτίας της κατάστασης της υγείας της και ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν βασίσει την απόφασή τους, να εγκρίνουν ως νόμιμη την απόλυσή της, σε ανακριβείς πληροφορίες, ότι δηλαδή υπήρχε κίνδυνος μετάδοσης της ασθένειας.  Η Ι. Β. εργάζονταν, από το 2001, σε μία επιχείρηση κατασκευής κοσμημάτων στην Αθήνα με συνολικά 70 εργαζόμενους και το 2005 γνωστοποίησε σε τρεις από τους συναδέλφους της ότι έχει προσβληθεί από τον ιό του AIDS. Έπειτα από αυτό, 33 από τους συναδέλφους της έστειλαν επιστολή στον ιδιοκτήτη- επιχειρηματία, ζητώντας την απόλυση της Ι. Β., για να προστατευθεί η υγεία τους.  Παρά τις προσπάθειες του εργοδότη, που κάλεσε ειδικούς να τους εξηγήσουν ότι δεν κινδύνευαν από μετάδοση της ασθένειας, οι συνάδελφοι της Ι. Β. επέμεναν στην άποψή τους και η Ι. Β. απολύθηκε.  Προσέφυγε στα ελληνικά δικαστήρια και πρωτοδίκως η απόλυσή της κρίθηκε παράνομη, αλλά στο Εφετείο, όπου προσέφυγαν ο εργοδότης και οι συνάδελφοί της, η απόλυση έγινε αποδεκτή, γεγονός που επικυρώθηκε και με σχετική απόφαση του Αρείου Πάγου, στις 17 Μαρτίου 2009, με το σκεπτικό ότι "η καταγγελία της σύμβασης της Ι. Β. δεν είναι παράνομη, εφόσον δικαιολογείται από το συμφέρον του εργοδότη και την αποκατάσταση της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ των εργαζομένων και την ομαλή λειτουργία της εταιρείας".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου