Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

Whiplash (2014)

Αν και η κλισέ φράση "καθηλωτική ταινία" θα μπορούσε να αποδοθεί στο Whiplash, επειδή αφήνει τον θεατή χωρίς ανάσα σε κάμποσα σημεία της, στην πραγματικότητα ταιριάζει πολύ λίγο σε μια ταινία όπου επί 106' θα κρατάτε ρυθμό με τα δάχτυλα, τα πόδια, το κεφάλι σας και το σώμα σας, ακόμα κι αν είστε ο πιο άρυθμος άνθρωπος του σύμπαντος! Είναι μία "ξεσηκωτική" ταινία, ως μια casual παράφραση του εύστοχου "inspiring" που διαβάζει κανείς συχνά  στις διθυραμβικές κριτικές που κυκλοφορούν γι' αυτή.


Η ταινία παρακολουθεί τον προσωπικό αγώνα σε κάθε επίπεδο (ψυχικό, σωματικό ή άλλο) του πρωτοετούς "στην πιο διάσημη μουσική σχολή" της Αμερικής για ανέλιξη και καταξίωση -ή, καλύτερα, για την "αναγνώριση της αξίας του". Καμία έκπληξη εδώ, εικάζει κανείς ότι η ταινία ακολουθεί την αμερικάνικη συνταγή της επιτυχίας των βιογραφικών ταινιών: τρανό ταλέντο σε πολύ νεαρή ηλικία βασανίζεται από σειρά συγκυριών και ανθρώπων αλλά καταφέρνει δια πυρός και σιδήρου να ωριμάσει και να αναδειχθεί παρά τις αντιξοότητες. Ε, λοιπόν, εδώ κάπου εδράζεται η πρώτη πρωτοτυπία της ταινίας και αξίζει να γίνουν μερικές παρατηρήσεις. Απελευθερωμένη από το ασήκωτο βάρος της αγιοποίησης οποιουδήποτε υπαρκτού προσώπου, που είναι συνηθισμένη στις παραγωγές που ακολουθούν αυτή την "γραμμή". Το πρόσωπο γύρω από το οποίο χτίζεται η ταινία είναι υποθετικό, φανταστικό, και θα μπορούσε να είναι ο καθένας. Η αφοσίωση στον στόχο μετράει περισσότερο από  κάθε τι, ίσως και από το ταλέντο. Επιπλέον, οι δυσκολίες που συναντά ο πρωταγωνιστής, αν και τυχαίες, παρόλο που δεν εγγυώνται την μοναδικότητα στον δρόμο για την επιτυχία, οδηγούν στο κατώφλι της, εξαιτίας όχι μόνο της "ψυχικής δύναμης" του πρωταγωνιστή,  αλλά κυρίως λόγω της επιμονής, υπομονής και δύναμης που αυτός επιδεικνύει.




Ο πρωταγωνιστής Miles Teller και ο σκηνοθέτης Damien Chazelle δεν θα μπορούσαν να έχουν κάνει καλύτερη δουλειά. Η σκηνοθετική μαεστρία χάρισε στον δεύτερο ένα αριστούργημα που δεν ξέρω αν θα του δώσει επίσημα βραβεία -πέρα από αυτά του βραβείου κοινού στο Sundance και σε μερικά ακόμα φεστιβάλ αυτού του διαμετρήματος, αλλά στον πρώτο μία εξαιρετική ερμηνεία του είδους που χτίζει καριέρα. Αν και έχω την αδιόρατη αίσθηση ότι έχω ξαναδεί τον πρωταγωνιστή, δεν είμαι βέβαιος που. Εδώ θα διαβάσετε πως ο σκηνοθέτης έχει υπάρξει "writer for hire" και ότι το σενάριο της ταινίας προέκυψε ως αντίδραση στο γεγονός ότι είχε κολλήσει με ένα άλλο σενάριο που η προσαρμογή του δεν του έβγαινε. Σε κάθε περίπτωση ο Damien Chazelle κάνει ως σκηνοθέτης μια σειρά από υπερβάσεις, που ξεπερνούν το αντισυμβατικό του σεναρίου του: η ταινία είναι κατ' ουσίαν μινιμαλιστική, τόσο στοχευμένη όσο και ο ήρωας της, χωρίς ουσιαστικά subplots, αλλά μεστή εξαιτίας της οργανικής χρήσης μιας μουσικής που απογειώνει ακόμα και τον θεατή που δεν είναι λάτρης της τζαζ, καθώς απευθύνεται σε καθέναν που "νιώθει τον ρυθμό".

Εν κατακλείδι, καθώς το παρόν κείμενο είναι σχόλιο, ουδόλως δε, ολοκληρωμένη κριτική της ταινίας, νομίζω ότι εμφιλοχωρεί μια προσωπική παρατήρηση αναφορικά με τις συνθήκες θέασης της ταινίας, και το επίπεδο των φίλμ που προβάλλονται στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Απαξιωμένος, καθώς είμαι, από χρόνο αυτή την εποχή της ζωής μου δεν είχα την τύχη να δω την ταινία σε κάποιο φεστιβάλ, παρά σε ένα "Μακεδονικόν", γεμάτο μόλις κατά το 1/3, μια αίθουσα στην Θεσσαλονίκη από τις λίγες που δεν προβάλλουν μονάχα blockbusters και αξιοθρήνητες ταινίες που κάποιος διανομέας εικάζει ότι "το κοινό της Θεσσαλονίκης" θα αγκαλιάσει. Δεν καταλαβαίνω με ποιο κριτήριο η Θεσσαλονίκη είναι τόσο απαξιωμένη από ταινίες που δεν έρχονται ποτέ, αν δεν είναι η επιτομή της εμπορικής βλακείας, με λαμπρή εξαίρεση, βεβαίως, τα εξαιρετικά φεστιβάλ της: η αντίθεση μεταξύ της καθημερινής εμπειρίας του κινηματογραφόφιλου όλο τον χρόνο και των φεστιβάλ είναι τραγική. Ετσι, ο ρόλος του γενναίου έχει πέσει σε τρεις όλους κι όλους αιθουσάρχες (Μακεδονικόν, Βακούρα, Φαργκάνη) και στο "παράρτημα" του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης "Ολύμπιον".


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου