Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2017

Lekce Faust (1994)

Ο τίτλος της ταινίας του τσεχοσλοβάκου υπερρεαλιστή σκηνοθέτη Jan Švankmajer σημαίνει επί λέξη "τα μαθήματα του Φάουστ" και είναι εξίσου ονειρική και γοτθική όσο οι περισσότερες ταινίες του. Ωστόσο, αξίζει ιδιαίτερου σχολιασμού εξαιτίας της ποικιλομορφίας αλλά και του δύσκολου εγχειρήματος να γυρίσει κανείς μια πρώτοτυπη, κατάδική του εκδοχή του έργου. Διότι, ο Φάουστ, κινηματογραφικά και θεατρικά μιλώντας, έχει επεξεργαστεί από πλείστους όσους σκηνοθέτες, και έχει αποδοθεί με πολλούς τρόπους, επιτυχημένους, ή/και λιγότερο επιτυχημένους, ώστε πλέον.  απόδοση του να είναι δύσκολο να ξεφύγει από την πεπατημένη. Όλη αυτή η παραγωγη θεατρικών και κινηματογραφικών έργων έχει βασιστεί, εν πολλοίς, μέχρι το 1994 που γυρίστηκε η ταινία, σε δύο αρχικά κείμενα για τον Φάουστ.  Στο έργο του Christopher Marlowe "The Tragical History of the Life and Death of Doctor Faustus" και στο κλασσικότερο έργο "Faust" του Johann Wolfgang von Goethe, που θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ξεκίνησε τον μυθο στην σύγχρονη μορφή του.

Η προσέγγιση του Jan Švankmajer είναι εντελώς διαφορετική. Αντί να πάρει ένα κείμενο και να το προσαρμόσει στις ιδέες και τις εμπνεύσεις του, δημιουργησε μία διαλεκτική με κάθε προγηούμενη επιλογή και μορφή ενσάρκωσης του έργου μέσα από ένα ατελείωτο κολλάζ. Κουκλοθέατρο (αν δεν υπήρχε αυτό το στοιχείο, οι πιο εξοικειμένοι με το έργο του θεατές θα ανησυχούσαμε, νομίζω), animation με πλαστελίνη, ζωγραφισμένες στο χέρι σκηνές και σκηνικά, χαρακτήρες παραμυθένιοι και σκοτεινοί, κινηματογραφικός φακός, φωτογραφία και σκηνοθεσία σοβιετικής εποχής με τα λιτά μέσα που δίνουν per se φτωχογειτονιές της Πράγας, και μίξεις ύφους όπερα, θεάτρου και κινηματογράφου - σημεία αναφοράς σε προηγούμενες απόπειρες προσέγγισης των έργων που προαναφέρθηκαν.

Οι ανομοιότητα στις προσεγγίσεις των κομματιών που συναποτελούν την ταινία δεν προκαλεί ...αρρυθμία στην κεντρική διήγηση, αλλά συμβάλλει αποφασιστηκα στην οενιρώδη ατμόσφαιρα. Ο αυστραλός συγγραφέας και γνωστός κριτικός κινηματογράφου David Heslin, σημειώνει σε κείμεο κριτικής παρουσίασης της ταινίας το 2014 "Rather than merely compiling many sources into a kind of Faust mixtape, Švankmajer’s film transcends conventional linear narrative altogether, to the point where the end result resembles a dream. While it is not explicitly presented as such – there is no framing device; no Chitty Chitty Bang Bang epilogue – the intention is clear: it is as if an unseen protagonist has, following a visit to an old Prague puppet theatre, fallen asleep at home surrounded by printed adaptations of Faust as Charles Gounod’s opera tinkles from the clock radio. Perhaps we might call this protagonist “Švankmajer”".

Οποιος έχει διαβάσει τον Φάουστ του Marlowe και του Goethe θα ανακαλέσει με ευκολία την ανάγκη των πρωταγωνιστών να ξεφυγουν προς μια δικιά τους σχεδόν άλογη κατεύθυνση απόλυτης ελευθερίας, ιδίως από το πεπρωμμένο, που, στο τέλος, θα συντριβεί ως μάταιη. Στην περίπτωση του Švankmajerο πρωταγωνιστής εξ αρχής ταυτίζεται με μια κούκλα κουκλοθεάτρου:σε ό,τι κάνει, κάποτε αλλά όχι πάντα, υπάρχει μία "χείρ εξ ουρανού" που επιβάλλει τις κινήσεις του. Μονάχα η περιέργεια του για τα πράγματα τον οδηγεί να αμφισβητήσει τα δεσμά, αλλά, σύντομα, και πάλι σε αυτά επιστρέφει. Η εξάρτηση του από ένα πάγιο και πεπερασμένο σχέδιο γίνεται αισθητή και με έναν πιο υπερρεαλιστικό τρόπο. Μέσα από μια εξαιρετική σεκάνς καλεί και καταφέρνει να επιβάλλει την εμφάνιση του Μεφιστοφελή, αλλά, στον διάλογο μαζί του, κρατάει ένα σημειωματάριο με τις ατάκες του, ώστε να μην χάσει τα λόγια του στον διάλογο. Ο Φάουστ του Švankmajerζει τις ζωές άλλων Φάουστ. Κάποτε, εγκιβωτίζεται μέσα σε μια άλλη κούκλα κουκλοθεάτρου και παίζει τον δικό της ρόλο. Στην αρχή και κοντά στο τέλος ο Φάουστ - πρωταγωνιστής συναντά τον Φάουστ - αλλόφρωνα φεύγοντα, χάνοντας και το βασίλειο της μοναδικότητας, πέρα από την αυτοδιάθεση και την ελευθερία βούλησης. Όλο το έργο εμφανίζεται σύννομο με το κυρίαρχο δόγμα του Καλβινισμού ότι  οι άνθρωποι είναι είτε προγνωρισμένοι και προορισμένοι για αιώνια δόξα και τον παράδεισο, είτε προγνωρισμένοι και προορισμένοι για την αιώνια καταδίκη.

Είναι πραγματικά άδικο, αλλά, τελευταίο στοιχείο της ταινίας άφησα την δραματική ένταση που επιτυγχάνει ο πρωταγωνιστής   Petr Čepek, του οποίου ο πρωταγωνιστικός ρόλος στο έργο έμελλε να είναι ο τελευταίος της ζωής του. Το δραματικό βάθος της ερμηνείας του δεν επιδέχεται περιγραφής: αποτελεί από μόνο του λόγο να δει κανείς την ταινία και θα πρέπει να διδάσκεται στις Δραματικές Σχολές.

Αν θα έπρεπε να την χαρακτηρίσω, θα έλεγα ότι είναι ένα δράμα φιλοσοφικού αναστοχασμού, με αισθητική μαγικού ρεαλισμού, που, παράλληλα, καταφέρνει να είναι μια ενδιαφέρουσα και διασκεδαστική ταινία. Και εάν υπήρχε ως κατηγορία το "Αριστούργημα" σίγουρα θα καταλάμβανε μία από τις πρώτες θέσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου